23/09/2026
ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ: ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ
Η Λυσιστράτη φίλες και φίλοι, είναι το τρίτο έργο που παίχτηκε το 411 π.Χ., δυο χρόνια μετά τη Σικελική καταστροφή. Μετά τους Αχαρνείς και την Ειρήνη και αφορούσε τον τερματισμό του πολέμου και τη συμφιλίωση όλων των Ελλήνων. Όπως και άλλες κωμωδίες του Αριστοφάνη αρχίζει την αυγή.
Με πρωτοβουλία και την καθοδήγηση της Αθηναίας Λυσιστράτης, καλούνται γυναίκες της Σπάρτης, της Κορίνθου και της Βοιωτίας με σκοπό την ερωτική απεργία έως ότου τερματιστεί ο πόλεμος και έρθει η ειρήνη. Δίνεται αμέσως εντολή, οι γεροντότερες γυναίκες να καταλάβουν την Ακρόπολη όπου φυλάσσεται ο θησαυρός της Αθήνας, έτσι ώστε να μην μπορούν οι άντρες να χρηματοδοτήσουν τις πολεμικές δαπάντες.
Λυσ.: «Να φυλάμε καλά τα λεφτά που είναι εκεί και να μην πολεμάτε για δαύτα. Εξαιτίας των λεφτών και οι αναστάτωσες έγιναν όλες. Από δω και μπρος η διαχείριση θάναι δική μας.»
Η Λυσιστράτη επιλέγει ως κύρια βοηθό της την Σπαρτιάτισσα Λαμπιτώ. Η συμφωνία επισημοποιείται με τη θυσία ενός ασκιού με κρασί. «Μια μαύρη κούπα ανάσκελη να βάλουν και σφάζοντας, αντίς γι΄ αρνί, μια στάμνα θασιώτικο κρασί, να δώσουμε όρκο πως νερό δεν θα χύσουμε στην κούπα… Ούτε εραστής ούτε άντρας μου σ΄ εμένα δε θα πλησιάζει ξαναμμένος. Θεέ μου τα γόνατά μου λυούνται Λυσιστράτη. Μέσα στο σπίτι ανέγγιχτη θα μένω, ντυμένη αραχνοϋφαντα, λουσάτη για να κορώνει ακόμα του άντρα η φλόγα. Ποτέ δεν θα δοθώ με την καρδιά μου.»
Στη Λυσιστράτη έχουμε από την αρχή δυο χορούς που συναγωνίζονται μεταξύ τους. Πλησιάζει ο χορός των γέρων με καπνό για να διώξει τις γυναίκες από την Ακρόπολη. Ο χορός των γυναικών χρησιμοποιεί εναντίον τους ακονισμένες γλώσσες και άφθονο νερό για να τους διώξει.
Χορός γυναικείος: «Εγώ ποτέ δε θα αποστάσω να χορεύω. Τα γόνατά μου ο κόπος δεν θα τα δαμάσει. Ο,τι μπορώ θα κάνω εγώ για το καλό, μαζί μ΄ αυτές, που έχουν την έμφυτη αρετή, χάρη, καρδιά, σοφία, νου κι αγάπη για την πόλη μας.»
Πρόβουλος: «Μα ζητήματα τόσο πολλά και πολύ μπερδεμένα, σε διάφορες χώρες, να ξεμπλέξετε πώς θα μπορέσετε εσείς;»
Λυσ.: «Ευκολότατα. Όπως πιάνουμε εμείς οι γυναίκες τ΄ αδράχτι, και στρίβοντας κάτω, μια δω και μια κει το βάζουμε σε τάξη.»
Πρ: «Για κοίτα αμυαλιά».
Λυσ.: «Αν είχατε γνώση θα βολεύατε κάθε του κράτους δουλειά σα μαλλιά που οι γυναίκες τα γνέθουν.»
Πρ.: «Μπά! Για ξήγα μου πώς!»
Λυσ.» Όπως πλένουμ΄ εμείς στο θερμό τα μαλλιά των προβάτων, έτσι θάπρεπε κάθε του κράτους βρωμιά να ξεπλύνετε εσείς. Κοπανώντας ξαπλωτούς τους κακούς να τους πάτε μακριά. Να πετάξετε αγκάθια, τριβόλια. Όσοι πάν μουλωχτοί, σε κουβάρια σμιχτοί, για να πάρουν αξιώματα, πάνω στο λανάρι σκληρά να τους σκίσετε εσείς, να μαδήσετε κάθε κεφάλι. Το ξασμένο μαλλί μιας φιλίας γενικής σε πανέρι να μάσετε, κι όλους να τους σμίξετε εκεί. Και τους μέτοικους.»
Ο Πρόβουλος, μετά απ΄ όσα του λέει η Λυσιστράτη, για τους γιους που χάνουν στον πόλεμο οι γυναίκες, για τα κορίτσια που μαραίνονται ανέραστα σε κάμαρες κλειστές, μελετώντας οιωνούς και σημάδια, για τους άντρες που ακόμα και σε μεγάλη ηλικία γυρνώντας από τον πόλεμο, φέρνουν σαν ερωμένες νεαρές κι αφήνουν τις γυναίκες τους, μετά από αυτό το διάλογο, ο Πρόβουλος φεύγει ντροπιασμένος.
Κορ. Χορού: «Φοβερό είν' αυτό , να δίνουν στους πολίτες συμβουλές και για μπρούτζινες ασπίδες να μιλούν τα θηλυκά, να ζητούν να μας κάνουν φίλους με τους Λάκωνες, που όση μπέσα έχουν οι λύκοι, άλλη τόση έχουν κι αυτοί. Κάποιοι που την τυραννία ποθούν έστησαν αυτό το δίχτυ. Θα κρατώ σπαθί κρυμμένο μέσα σε μυρτιάς κλαρί, μες στην αγορά, οπλισμένος, πλάι στ΄ Αριστογείτονα το άγαλμα έτσι ψηλά θα στέκω».
Κορ. χορού γυναικών: «Μα κι εγώ θα σε πλερώσω, θα σε κάμω αγνώριστο κι από τη μάνα σου.»
Χορός γερόντων: Ήταν κάποιος μια φορά – Μελανίωνας τ΄ όνομά του – που φυγε στην ερημιά την παντρειά για να αποφύγει. Κι από τότε στα βουνά ζούσε πια με το κυνήγι απ΄ το μίσος στις γυναίκες δεν κατέβαινε στο χωριό. Όσοι φρόνιμοι στον κόσμο έτσι θάκαναν θαρρώ.»
Χορός γυν: «Για το μύθο που μας λέτε άλλος μύθος θα σας δώσει απιλογιά. Ήταν κάποιος μια φορά – Τίμωνας απ΄ την Αθήνα – δίχως σπίτι και γωνιά. Έφυγε μακριά, γιατί για τους άντρες είχε φρίκη. Τους απρόκοπους τους άντρες καταράστηκε με μίσος φανερό, όλους τους, μα τις γυναίκες τις αγάπαγε θαρρώ».
Κάποιες γυναίκες ωστόσο, δραπετεύουν. Μια γενναία απόφαση προσφέρει η Μυρρίνη που δρά σύμφωνα με το σχέδιο, κρατά μακριά τον Κινησία της, ώσπου τον απελπίζει και τον παρατά. Οι άντρες στη Σπάρτη δεν είναι σε καλύτερη θέση. Οι γυναίκες το μαθαίνουν από ένα κήρυκα Σπαρτιάτη. Τη μεγάλη συμφωνία της ειρήνης την προαναγγέλλει η συμφωνία ανάμεσα στους αντίπαλους χορούς, που ενώνονται σε έναν. Οι Σπαρτιάτες απεσταλμένοι έρχονται για διαπραγματεύσεις, κι η Λυσιστράτη συνοδευόμενη από την προσωποποιημένη Συμφιλίωση (Διαλλαγή), πάει να συναντήσει και τα δυο μέρη. Ο λόγος της, στον οποίο θυμίζει στις εχθρικές ελληνικές φυλές την κοινή τους τύχη, ανήκει στα πιο σοβαρά και πιο ωραία που διαβάζουμε στον Αριστοφάνη. Λυς: «Είμαι γυναίκα, μα έχω νου και γνώση. Εξόν από την κρίση που έμφυτη έχω, μορφώθηκα από τα λόγια του γονιού μου κι άλλων γερόντων που έχω ακούσει ως τώρα…από έναν αγιασμό βωμούς ραντίζετε σα μιας γενιάς παιδιά, κι ενώ οι εχθροί μας με βάρβαρο στρατό είναι εδώ κοντά μας χαλάτε πόλεις και άντρες της Ελλάδας». Ύστερα ακολουθεί φαγοπότι και χορός. Αν που το τέλος δεν σώζεται ολόκληρο, φαίνεται πως δεν λείπουν πολλά.
Φίλες και φίλοι, στους «Αχαρνείς» και στην «Ειρήνη» σκοπός είναι να τελειώσει ο πόλεμος. Η «Λυσισιστράτη», διαπνέεται από μια γνήσια διαλλακτικότητα. Εδώ ο ποιητής ρίχνει ένα πλατύ βλέμμα πέρα από τον αθηναϊκό ορίζοντα και έδειξε αληθινά πανελλήνιο αίσθημα. Η Λυσιστράτη, στέκει κάπως απόμακρα από τα πιο αδιάντροπα αστεία. Την απίστευτη ευθύτητα, που δεν είναι λαγνεία, συχνά οι σύγχρονοι τη στηλιτεύουν, ενώ η αριστοφανική κωμωδία εξαιτίας της γένεσης και της φύσης της δεν μπορεί να την στερηθεί.
Παρά τα στερεότυπα της εποχής, ο Αριστοφάνης, βάζει τις γυναίκες σε ηγετικό ρόλο, τους δίνει επίσης πολιτικό λόγο, οι γυναίκες φέρνουν και συντηρούν τη ζωή, έχουν γλώσσα και θρησκεία κοινή, οι ίδιες θα βρούν λύση για την αποτροπή του εμφυλίου πολέμου.
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΕΤΟ..